ΤΣΑΡΟΙ-ΡΩΣΙΑΣ, TSAROI,TSAROI-RΟSIAS, ΡΩΣΙΚΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ

                          Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή

Η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (τουρκικά: Küçük Kaynarca Antlaşması) πήρε το όνομά της από το ομώνυμο βουλγαρικό χωριό (σήμερα ονομάζεται Kaynardzha) κοντά στη Σιλιστρία, στο οποίο υπογράφηκε το 1774, που ήταν το αποτέλεσμα του πρώτου μεγάλου ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-74), στον οποίο η Ρωσία κατέλαβε την Αζοφική, την Κριμαία και τη Βεσσαραβία. Υπό τον κόμητα στρατάρχη Πέτρου Ρουμιάντσωφ, ή Ρουμιαντζώφ, οι Ρώσοι επέδραμαν στη Μολδαβία και νίκησαν τους Οθωμανούς στη Βουλγαρία. Οι Οθωμανοί αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και στις 21 Ιουλίου 1774 υπογράφτηκε η ομώνυμη Συνθήκη ειρήνης. Με τη συνθήκη αυτή η Ρωσία διαμόρφωσε τη διπλωματική βάση για περαιτέρω επέμβαση στα εσωτερικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας[1].

Η Συνθήκη αυτή συντάχθηκε και υπογράφηκε μέσα σε 6 ημέρες και περιλαμβάνει 28 φανερά και 2 μυστικά άρθρα.

Οι όροι 

  • Από πλευράς Ρωσίας προς Οθωμανική αυτοκρατορία:
  1. Η Ρωσία αναγνώρισε την πολιτική ανεξαρτησία των Τατάρων της Κριμαίας, της Βεσσαραβίας και του Κουμπάν καθώς και την θρησκευτική μόνο εξάρτηση αυτών από τον Σουλτάνο με την ιδιότητα του Χαλίφη.
  2. Η Ρωσία επιστρέφει στον Σουλτάνο όλα τα νησιά του Αιγαίου που κατείχε. Συνολικά 18 νησιά, καθώς και την Πελοπόννησο.
  3. Η Ρωσία αποχωρεί από τις Παρίστριες Ηγεμονίες (Μολδαβία και Βλαχία) που επιστράφησαν μεν στον Σουλτάνο αλλά ετέθησαν σε ειδικό καθεστώς.
  4. Η Ρωσία εξασφάλισε το δικαίωμα να διατηρεί στόλο στον Εύξεινο Πόντο, αποκτώντας το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας των υπό ρωσική σημαία εμπορικών πλοίων σ' αυτόν, καθώς και του ελεύθερου εμπορίου των Ρώσων υπηκόων στην οθωμανική επικράτεια.
  5. Η Ρωσία επέβαλε το ασαφές δικαίωμα προστασίας των ορθόδοξων χριστιανών υπηκόων της Πύλης από τον Τσάρο.
  • . Από πλευράς Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς Ρωσία:
  1. Το χανάτο της Κριμαίας απέκτησε την ανεξαρτησία του από τον σουλτάνο.
  2. Τα διάφορα Φρούρια επί του Ευξείνου Πόντου (Γενικαλέ, Κερτς, Αζοφ κ.ά.) αποδίδονται στη Ρωσία.
  3. Η Οθωμανική αυτοκρατορία υποχρεώθηκε σε καταβολή εξόδων πολέμου, «πολεμικής αποζημίωσης» τεσσάρων εκατομμυρίων χρυσών ρουβλίων.
  4. Κατοχυρώθηκε η αυτονομία των ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας και της πολιτικής ανεξαρτησίας των Τατάρων της Κριμαίας.
  5. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε στη Ρωσία το δικαίωμα δημιουργίας ρωσικών προξενείων σε πόλεις της επιλογής της.

    Ελληνισμός 

    Σε ό,τι αφορά στα ελληνικά ενδιαφέροντα, με την υπογραφή της Συνθήκης κατοχυρώθηκε νομικά το δικαίωμα της χρήσης της ρωσικής σημαίας από Έλληνες πλοιοκτήτες, όπως και η ναυπήγηση πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Χρησιμοποιώντας τη ρωσική σημαία και τη χορήγηση αδείας επιτηδεύματος, σε όσους ύψωναν τη ρωσική σημαία, από τον διοικητή της Οδησσού, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά[2]. Ακολουθώντας πιστά τα γεωστρατηγικά της ενδιαφέροντα, η Ρωσία ενδιαφερόταν άμεσα για την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας, είτε εξαιτίας της έλλειψης ρωσικών εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά εμπορευμάτων είτε εξαιτίας της ναυτικής δεξιότητας των ελληνικών πληρωμάτων.
    Γενικά οι Έλληνες (στεριανοί και νησιώτες) του ελλαδικού χώρου υποτάσονταν ηθελημένα στους Ρώσους και πολλοί εξ αυτών, μετά την υπογραφή της συνθήκης, εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία ιδρύοντας νέους οικισμούς σε εκτάσεις που παραχώρησε η ίδια η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας και ειδικά στους Έλληνες. Αλλά και ένα μεγάλο ρεύμα νησιωτών και Πελοποννησίων κατευθύνθηκε στις Μικρασιατικές περιοχές όπου ο ζυγός φαινόταν ελαφρύτερος, καθώς και σε μεγαλύτερα κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπως Κωνσταντινούπολη, ή και σε κατεχόμενες περιοχές στην Αυστρία και Ουγγαρία.

    • Το σημαντικότερο άρθρο της Συνθήκης αυτής για τους Έλληνες ήταν το 7ο κατά το οποίο: «Η Πύλη υπόσχεται να παρέχει συνεχή προστασία στη Χριστιανική Θρησκεία και τις εκκλησίες αυτής».

      Ορθοδοξία 

      Ιδιαίτερη σημασία για την Ορθοδοξία έχει το γεγονός ότι με την υπογραφή της συνθήκης οι Ρώσοι απέκτησαν το δικαίωμα να κτίσουν στην Κωνσταντινούπολη μια εκκλησία, στη συνοικία του Γαλατά. Η συμφωνία προέβλεπε επιπλέον ότι η εκκλησία ήταν υπό την εποπτεία του ρωσικού πατριαρχείου, το οποίο μπορούσε να έρχεται οποτεδήποτε επιθυμούσε σε επαφή με την Υψηλή Πύλη[3]. Η εκκλησία και το δικαίωμα της προστασίας της ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο διεκδίκησε μεταγενέστερα η Ρωσία το δικαίωμα της προστασίας της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, ακόμη και των Ελλήνων Ορθοδόξων στην οθωμανική επικράτεια. Παρόλο που μια τέτοια διεκδίκηση φαίνεται πιθανώς υπερβολική, η διασύνδεση μέσω του άρθρου 14 της συνθήκης εξυπηρετούσε τις βλέψεις του ρωσικού πατριαρχείου για επικυριαρχία στους ορθόδοξους πληθυσμούς. Ωστόσο, στο τουρκικό κείμενο της συνθήκης όπως το αναπαράγει ο τούρκος ιστορικός Σεβντέτ Πασά δεν αναφέρεται κάποια εκκλησία 'ελληνικού τυπικού' όπως συμβαίνει με τη ρωσική εκδοχή, αλλά την κατονομάζει ως εκκλησία dusujrafa ή dosografa. Η εξέταση του ιταλικού κειμένου που υπογράφηκε ως επίσημο και από τις δύο δυνάμεις υποδεικνύει ότι πρόκειται πιθανώς περί παραφθοράς του Russogreca 

      Οπωσδήποτε η ανέγερση ενός νέου ναού αποτελούσε παραβίαση του ισλαμικού νόμου και η Αικατερίνη θα επευφημείτο από τους ορθόδοξους της Κωνσταντινούπολης. Μία εκκλησία υπό ρωσική προστασία θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη επιρροή της Αγίας Πετρούπολης στους ορθόδοξους πληθυσμούς. Η αύξηση της θρησκευτικής επίδρασης συμβάδιζε με τις εδαφικές, εμπορικές και διπλωματικές βλέψεις της Ρωσίας.


    • Συνέπειες 

    •  Συνθήκη αυτή παρά τη φαινομενική αμοιβαιότητα υποχρεώσεων, τελικά κατάφερε σοβαρό πλήγμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ πολλοί είναι εκείνοι οι ιστορικοί που πρεσβεύουν πως αυτή απετέλεσε και την απαρχή της κατάρρευσής της. Η γρήγορη ανάπτυξη, χάρη στις διομολογήσεις που επέβαλαν οι ξένοι στην Οθωμανική αυτοκρατορία, απέβη βέβαια εις βάρος της ανάπτυξης του ελληνικού βιομηχανικού κεφαλαίου, του μοναδικού φορέα της πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης, του τόπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, μετά τη συνθήκη, εγκαταλείφθηκαν βαθμιαία οι πρώτες προσπάθειες εκβιομηχάνισης (του ανύπαρκτου ακόμη κράτους) της Ελλάδας και το ελληνικό κεφάλαιο, το οποίο ασχολείτο κυρίως με το εμπόριο και την ναυσιπλοϊα, στράφηκε, σχεδόν αποκλειστικά, στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και στο αποικιακό εμπόριο. Γι' αυτό και ορισμένοι (ελάχιστοι) ιστορικοί αμφισβητούν την ευεργετική σημασία της συνθήκης για την Ελλάδα, αξιολογώντας την ως ένα αποφασιστικό βήμα για την αποτελμάτωση της ελληνικής ανάπτυξης, η οποία κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό ήταν απολύτως δυσχερής, όπως ήταν δυσχερής και ο σχηματισμός Ελληνικού κεφαλαίου, λόγω της βαρύτατης φορολόγησης. Άλλοι όμως θεωρούν ότι, παρ' όλα αυτά, έπαιξε θετικό ρόλο στην επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης του ελληνισμού και αργότερα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

  6. Η συνθήκη παραχώρησε οριστικά στη Ρωσία το Αζόφ, το Ταϊγάνι, το Γενί-Καλέ και το Κίνμπουρν. Η Κριμαία, η ζωτική αυτή περιοχή για το ρωσικό εμπόριο της Μαύρης θάλασσας, έπαψε να βρίσκεται στην επικράτεια του σουλτάνου και οι Παραδουνάβιες ηγεμονίες (Βλαχία, Μολδαβία) τέθηκαν υπό την προστασία της Ρωσίας. Τα πλεονεκτήματα της συνθήκης υπήρξαν τόσο πολλά για τη Ρωσία ώστε ο τότε πρωθυπουργός της Ποτέμκιν οδηγήθηκε στη σκέψη να καταρτίσει σχέδιο έξωσης της Τουρκίας από την Ευρώπη και ίδρυσης νέας Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με ηγεμόνα κάποιον από τους μεγάλους δούκες της Τσαρικής οικογένειας. Το σχέδιό του όμως δεν υπολόγιζε τις άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις, ο οποίες διεκδικούσαν επίσης την κυριαρχία στην περιοχή.

Ιωάννης Βαρβάκης Ο Έλληνας στην Ναυμαχία του Τσεσμέ συμάχησε με τους Ρώσους και με το δικό του πυρπολικό πλοίο έκαψε την Τουρκική αρμάδα & τιμήθηκε από τους Ρώσους.

Ο Ιωάννης Βαρβάκης (24 Ιουνίου 1745 - 10 Ιανουαρίου 1825) ήταν εθνικός ευεργέτης από τα Ψαρά. Ο Βαρβάκης γεννήθηκε στα Ψαρά στις 24 Ιουνίου 1745 και ήταν γιος του Ανδρέα Λεοντή (Λεοντίδη) και της Μαρώς Μόρου.

Η προέλευση του επωνύμου Βαρβάκης 

Στα Ψαρά ενδημεί είδος γερακιού Ιέραξ ο οξύπτερος. Τα πουλιά αυτά οι Ψαριανοί τα ονόμαζαν και τα ονομάζουν Βαρβάκια. Οι συνομήλικοί του, βλέποντας τα μεγάλα και πολύ αυστηρά του μάτια, καθώς και την ορμητικότητα που τον χαρακτήριζε τον φώναζαν Βαρβάκι. Φαίνεται ότι η προσωνυμία του άρεσε και την διατήρησε ως επώνυμο. Έτσι πέρασε στην ιστορία με το όνομα Βαρβάκης και το επώνυμο του έγινε τίτλος ευγενείας στην τσαρική Ρωσία.[2]

Τα πρώτα χρόνια 

Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης πλοίου το οποίο πραγματοποιούσε μεταφορές στα διάφορα νησιά του Αιγαίου. Ο Ιωάννης Βαρβάκης αρχικά εργάστηκε ως μούτσος στο καράβι του πατέρα του ενώ στα 15 τον έβαλε ο πατέρας του παρτσινέβελο δηλαδή μεριδιούχο στο πλοίο του και στα 18 του ναυπήγησε την πρώτη γαλιότα.  Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο[4] και στη συνέχεια στράφηκε στην πειρατεία, όπως το σύνολο των Ψαριανών, λόγω των γενικότερων συνθηκών άσκησης της ναυτιλίας εκείνη την περίοδο: επιθέσεις από άλλους πειρατές και διαρπαγή του πληρώματος και των εμπορευμάτων, επιθυμία των ναυτικών δυνάμεων της Αγγλίας και της Ολλανδίας να αναχαιτίσοουν με κάθε μέσο την άνοδο της Γαλλίας ως ναυτικής δύναμης στην ανατολική Μεσόγειο, οπότε επιστρατεύουν και τους Έλληνες νησιώτες για τον σκοπό αυτό.  Τα ρωσικά αρχεία χαρακτηρίζουν από τη δράση του εκείνης της περιόδου τον Βαρβάκη, αεικίνητο κουρσάρο. Τέλη του 1768 αρχές του 1769 παντρεύεται στα Ψαρά. 

Τα Ορλωφικά 

Κατά το ρωσοτουρκικό πόλεμο πήρε μέρος σαν κυβερνήτης πυρπολικού, ενώ ήταν ήδη πλοίαρχος εμπορικού πλοίου. Κατά τα Ορλωφικά (1770), ήταν ένας από τους Έλληνες ορθοδόξους που συντάχθηκε με τα στρατεύματα της Αικατερίνης Β' ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Ψαριανός πλοιοκτήτης εκποίησε ολόκληρη την περιουσία του για να εξοπλίσει με κανόνια και να επανδρώσει με στρατιώτες ένα από τα πλοία του, με σκοπό τη ναυτική σύγκρουση με τους Τούρκους. Το πλοίο του ήταν ένα σεμπέκ.[8]Αναζητώντας τον ρωσικό στόλο στο Αιγαίο, ταξίδεψε αρχικά στη Μύκονο κι από εκεί στα νότια παράλια της Πελοποννήσου, όπου έφτασε αρχές Μαρτίου 1770 στο Οίτυλο. Από εκεί μετέβη στην Κορώνη. Εκεί βρήκε τους Αλέξιο Ορλώφ και Σπυριδώφ, οι οποίοι του ζήτησαν να συνδράμει τους πολιορκητές του Ναυαρίνου.[9] Ο Βαρβάκης στη συνέχεια κινήθηκε με κατεύθυνση τα Ψαρά για να αναζητήσει τον τουρκικό στόλο και να ενημερώσει για τη θέση όπου βρισκόταν τους Ρώσους. Τον εντοπίζει απέναντι από τη Χίο και στη συνέχεια αφού ενημερώνει τους Ρώσους, πλοία των τελευταίων παραπλέοουν στις Οινούσες και αγκυροβολούν στην περιοχή.[10] Το βράδυ της 26ης Ιουνίου 1770 ο Βαρβάκης με το πλοίο του, μια σεμπέκα, συμμετέχει σε επιχείρηση πυρπόλησης του τουρκικού στόλου στον όρμο του Τσεσμέ. Μετά το πέρας τής επιχείρησης ο Ορλώφ τον συνεχάρη και στις 21 Οκτωβρίου 1772 με επίσημο έγγραφο η Αικατερίνη της Ρωσίας τον ενέταξε στις στρατιωτικές δυνάμεις της Αυτοκρατορικής Ρωσίας με το βαθμό του υπολοχαγού. 

Ευνοούμενος της Μεγάλης Αικατερίνης 

Μετά τη λήξη του Τρίτου Ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) και την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ο Βαρβάκης επέστρεψε στα Ψαρά, αφού είχε αγοράσει με δικά του χρήματα ένα βρίκιον και συνέχισε την εμπορική και πειρατική του δραστηριότητα.[12] Όντας επικηρυγμένος από τους Οθωμανούς ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να υπολογίζει το πόσο εχθρικό ήταν το περιβάλλον εκεί για αυτόν. Καθώς διαπραγματευόταν στην Κωνσταντινούπολη την πώληση ενός τρικάταρτου πλοίου, οι τουρκικές αρχές το κατέλαβαν και το δήμευσαν. Πάμπτωχος κατέφυγε στην Οδησσό και από εκεί στην Πετρούπολη, όπου έγινε δεκτός σε ακρόαση από την Αικατερίνη και ζήτησε τη βοήθειά της. Η αυτοκράτειρα τον ενίσχυσε οικονομικά και του παραχώρησε το δικαίωμα ατελούς αλιείας στην Κασπία.[13] Ήταν ο πρώτος που έκανε εξαγωγή του διατηρημένου αυτού προϊόντος.[14] Από το 1812 βρέθηκε στο Ταγκανρόγκ και από το 1815 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ταϊγάνι, όπου μετέφερε όλη σχεδόν την κινητή περιουσία του, για να βρίσκεται κοντά στην Οδησσό κέντρο της Φιλικής Εταιρίας της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Είναι ο μόνος που στα έγγραφά της αποκαλείται με το όνομά του. Είχε δώσει εν τω μεταξύ μέρος από την τεράστια περιουσία του για κοινωφελή έργα στη Ρωσία (νοσοκομεία, γέφυρες, διώρυγες) επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και γι' αυτό παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο και του δόθηκε και τίτλος ευγένειας με το επίθετο Κομνηνός Βαρβάκης.

Η Ελληνική Επανάσταση 

Ο Ιωάννης Βαρβάκης προσέφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά βοήθησε με πάρα πολλούς τρόπους τις ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία και ιδιαίτερα την κοινότητα της πόλης που έμενε. Από την τσαρική κυβέρνηση μαζί με το παράσημο είχε ανακηρυχτεί αρχηγός των ευγενών του Άστραχαν. Αυτός ο τίτλος, εκτός από την περιουσία του, συντέλεσε, ώστε να έχει μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Ρώσων ευγενών.

Ο Βαρβάκης με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ' όλα βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Έστειλε τρόφιμα και διάφορα άλλα εφόδια. Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1824, ήρθε στην Ελλάδα, για να βοηθήσει με κάθε μέσο τους πρόσφυγες. Κατά την παραμονή του στην Ελλάδα ονομάστηκε με ψήφισμα του Βουλευτικού μέγας ευεργέτης του Έθνους

Ο θάνατός του 

Λόγω ασθένειας επέστρεψε από το Ναύπλιο στη Ζάκυνθο για θεραπεία. Οι Άγγλοι δεν του επέτρεψαν να βγει στην πόλη της Ζακύνθου λόγω της λοιμώδους νόσου από την οποία έπασχε. Στο λοιμοκαθαρτήριο έφτασε στις 21 Δεκεμβρίου 1824. [16]Πέθανε τα ξημερώματα της 12ης Ιανουαρίου 1825. Το Εκτελεστικό και το Βουλευτικό στη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1825 εξέδωσαν ψηφίσματα και διαταγές για την τήρηση πανελλήνιου πένθους. 

Η διαθήκη του 

Στη διαθήκη του άφησε 1.000.000 ρούβλια κληροδότημα για την ίδρυση του Βαρβακείου Λυκείου, και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό Δημόσιο για κοινωφελείς σκοπούς. Κατέθεσε τα χρήματα που χρειάστηκαν για την ανέγερσή του σε ρωσική τράπεζα και το 1857 άρχισε το κτίριο της Βαρβακείου Σχολής, με σχέδια και επίβλεψη του Παναγιώτη Κάλκου. Άρχισε να κτίζεται, για να ολοκληρωθεί το 1859. Με δική του δωρεά κατασκευάστηκε η κλειστή αγορά της Αθήνας (Βαρβάκειος Αγορά)[18], ενώ επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό Καππαδοκίας, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Το Βαρβάκειο Λύκειο κτίστηκε κοντά στη σημερινή οδό Αθηνάς. Ιδρύθηκε το 1857 και από το 1886 και μετά λειτούργησε σαν Πρακτικό Λύκειο, αφιερωμένο σχεδόν αποκλειστικά στη σπουδή των θετικών επιστημών. Ήταν το μοναδικό Λύκειο του είδους του στη χώρα για πολλά χρόνια. Το παλιό κτίριο καταστράφηκε στα Δεκεμβριανά (1944). Σήμερα λειτουργεί γυμνάσιο και λύκειο με το όνομα «Βαρβάκειος Σχολή» σε νέο κτίριο στα όρια του Δήμου Αθηναίων και δήμου Παλαιού Ψυχικού.


                        Ναυμαχία του Τσεσμέ

Κατά τα Ορλοφικά, ο Αλεξέι Ορλώφ και οι συνεργάτες τους δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στη Ρωσία χωρίς κάποια εντυπωσιακή νίκη.

Άρχισαν λοιπόν τη συστηματική καταδίωξη του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, η οποία κατέληξε στη μεγάλη νικηφόρο για τους Ρώσους ναυμαχία του Τσεσμέ (26 Ιουνίου 1770), μεταξύ Χίου και μικρασιατικών παράλιων, η οποία αποτέλεσε μία από τις σοβαρότερες ναυτικές καταστροφές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το βράδυ της 26ης Ιουνίου 1770 άρχισε η μεγάλη ναυμαχία του Τσεσμέ. Ο Ιωάννης Βαρβάκης μαζί με τους Ρώσους αφού εντόπισε τον Οθωμανικό στόλο στο Τσεσμέ μετέτρεψε το καράβι του σε πυρπολικό, το οδήγησε και το κόλλησε σ΄ ένα μεγάλο Τουρκικό ντελίνι, πιθανόν τη ναυαρχίδα, άναψε ο ίδιος το δαυλό το φιτίλι, και τίναξε το μεγάλο καράβι στον αέρα. Από την έκρηξη τινάχτηκε κι αυτός κι έπεσε στην θάλασσα.

Ακολούθησε πλήρης καταστροφή του στόλου των Τούρκων, αφού τα καράβια βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Οι Ρώσοι ναύτες έσπευσαν και μάζεψαν τον Βαρβάκη τραυματισμένο. Ο ναύαρχος Σπυρίντωφ τον ονόμασε "Ήρωα του Τσεσμέ" και με το όνομα αυτό έγινε γνωστός στο Αστραχάν. Ο Αλέξης Ορλώφ ως εκπρόσωπος στην επιχείρηση ανέφερε με επίσημο έγγραφο την ηρωική πράξη του Βαρβάκη στην Αικατερίνη Β', η οποία με διάταγμά της τον ονόμασε υπολοχαγό του Ρωσικoύ στρατού.

Το Ελληνικό σχέδιο απο την Αικατερίμη την Μεγάλη

Το Ελληνικό σχέδιο

Ένα από τα φιλόδοξα σχέδια της Αικατερίνης Β΄ στην εξωτερική πολιτική ήταν το λεγόμενο Ελληνικό Σχέδιο, τα κοινά σχέδια της Ρωσίας και της Αυστρίας για το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την εκδίωξη των Οθωμανών από την Ευρώπη, την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η διακήρυξη του εγγονού της Αικατερίνης Β΄ ως αυτοκράτορα, του Μέγα Δούκα Κωνσταντίνου Πάβλοβιτς. Σύμφωνα με ένα από τα σενάρια του σχεδίου, στις περιοχές της Βεσσαραβίας, της Μολδαβίας και της Βλαχίας δημιουργείται το κράτος Ντάκια (η αρχαία Δακία), και το δυτικό τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου παραχωρείται στην Αυστρία. Το Ελληνικό σχέδιο, το σχέδιο αναδημιουργίας του Ελληνικού κράτους παρουσιάστηκε μετά από το Ανατολικό Ζήτημα και τα Ορλωφικά. Το σχέδιο αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1780, αλλά δεν υλοποιήθηκε λόγω των αντιφάσεων μεταξύ των συμμάχων και την ανακατάληψη των μεγάλων Οθωμανικών εδαφών από την ίδια τη Ρωσία χωρίς τη βοήθεια των συμμάχων της.

Η ιδέα αναδημιουργίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας πάνω στα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγειρε όμως σοβαρές ανησυχίες κάποιων ξένων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, η οποία έχει συνάψει Γάλλο-οθωμανική συμμαχία, και της Αγγλίας, που φοβόταν παραβίαση της «ισορροπίας των δυνάμεων» στην Ευρώπη και την καθιέρωση της ρωσικής ηγεμονίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα χριστιανικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης, που υποστήριζαν την ύπαρξη της μεγαλύτερης ισλαμικής δύναμης, καταπίεζαν τους Χριστιανούς στα Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το ονομαζόμενο «Ανατολικό Ζήτημα». Μετά την ανασύσταση του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους το "Ελληνικό σχέδιο" πήρε τη μορφή της "Μεγάλης ιδέας".

Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν 

ο μεγαλύτερος ποιητής   της Ρωσίας και φιλέλληνας γράφοντας ποιήματα και για την Ελληνική επανάσταση.

Ο Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν  Μόσχα, 6 Ιουνίου 1799  - Αγία Πετρούπολη, 10 Φεβρουαρίου 1837[ , ήταν Ρώσος λογοτέχνης, ο μεγαλύτερος ποιητής της Ρωσίας που θεωρείται και ο δημιουργός της νεότερης ρωσικής λογοτεχνίας και γνωστός φιλέλληνας. 

Πρώτα χρόνια και εφηβεία 

Ο Πούσκιν γεννήθηκε στη Μόσχα, από γονείς ευγενείς, τον Σεργκέι Λβόβιτς Πούσκιν και τη Ναντέζντα (Νάντια) Όσιποβνα Χάννιμπαλ, οι οποίοι μόλις είχαν εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα μετά την παραίτηση του πατέρα του, Σεργκέι, από τον τσαρικό στρατό και τη γέννηση της αδελφής του Όλγας λίγο καιρό νωρίτερα. Το 1805 γεννήθηκε και το τρίτο παιδί, ο Λεβ. Οι γονείς τους τα παραμελούσαν με τον πατέρα να διαθέτει πολύ λίγο χρόνο γι' αυτά και τη μητέρα να είναι πολύ ιδιότροπη στην έκφραση της αγάπης της.

O μικρός Πούσκιν

Ως παιδί, ο Πούσκιν μικρός ήταν παχύς και αδέξιος. Η μητέρα του επινοούσε τιμωρίες για να του αποβάλλει τις κακές συνήθειες και την αδεξιότητά του, στο τέλος όμως η υπομονή της εξαντλούνταν, διότι ήταν ανυπάκουος. Ωστόσο, η Ναντέζντα ήταν πολύ τρυφερή στην Όλγα και ιδιαιτέρως στον μικρότερο αδελφό του ποιητή, τον Λεβ, πράγμα που έκανε τον Αλεξάντρ εσωστρεφές παιδί.

Mε τους γονείς του μιλούσαν γαλλικά, συνήθεια των ευγενών της εποχής. Τα ρωσικά τα έμαθε από τη γιαγιά του από την πλευρά της μητέρας του και τους δουλοπάροικους που υπηρετούσαν στο σπίτι του. Δύο δουλοπάροικοι άσκησαν μεγάλη επίδραση πάνω του: ο Νικολάι Κοζλόφ, που έμεινε κοντά του και όταν μεγάλωσε, και η τροφός του, Αρίνα Ροντιόνοβνα, μέσω της οποίας έμαθε τη λαϊκή ρωσική ποίηση. Ο θείος του (αδελφός του πατέρα του), ποιητής Βασίλι Πούσκιν, τον βοήθησε επίσης στα πρώιμα καλλιτεχνικά του βήματα και αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον μικρό Αλεξάντρ.

Η αυλή του Αυτοκρατορικού Λυκείου του Τσάρκογιε Σελό, τόπος που θυμόταν με μεγάλη νοσταλγία ο ποιητής.

Το 1811, σε ηλικία 12 ετών έφυγε από τη Μόσχα για την Αγία Πετρούπολη και μπήκε υπότροφος στο Λύκειο του Τσάρσκογιε Σελό, που μόλις είχε εγκαινιάσει τη λειτουργία του, ιδρυμένο από τον Αλέξανδρο Α΄. Το Λύκειο αποτέλεσε λίκνο ελεύθερων πνευμάτων και επαναστατών, με πολλούς νέους, τέκνα ευγενών, να ενστερνίζονται φιλελεύθερες ιδέες. Η ποίηση αποτελούσε μάθημα με μεγάλη σπουδαιότητα, με τους μισούς μαθητές να γράφουν ποιήματα. Ο Πούσκιν έκανε δύο εγκάρδιους φίλους εκεί, τον Βίλχελμ Κύχελμπέκερ, γερμανικής καταγωγής, ο οποίος διακρίθηκε μετέπειτα ως ποιητής και, αφού εισήλθε στον κύκλο των Δεκεμβριστών, έλαβε μέρος στην εξέγερση του Δεκεμβρίου του 1825 και τον Αντόν Αντόνοβιτς Ντέλβιγκ, τέκνο ευγενών, βαλτικής καταγωγής, ο οποίος επίσης διακρίθηκε ως ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας.

Το 1815 ο Πούσκιν έγραψε το ποίημα Ο Ίσκιος του Φονβίζιν, όπου σατίριζε δριμύτατα τους αρχαΐζοντες (τους ομιλητές της σλαβονικής γλώσσας, σλαβονικής, τα αρχαία σλαβικά), παίρνοντας σαφή θέση στο γλωσσικό πρόβλημα που γνώριζε όξυνση τότε. Το 1817 έγραψε την ωδή Η Ελευθερία, όπου ενώνει τη φωνή του με τον Αλεξάντρ Νικολάγιεβιτς Ραντίτσεφ και τον Βασίλι Βασίλιεβιτς Καπνίστ κατά του δεσποτισμού. Αντίθετα από την επιθετικότητα του Ραντίτσεφ, έκανε έκκληση στους άρχοντες για εγκαθίδρυση της συνταγματικής μοναρχίας, επικαλούμενος το Φυσικό Δίκαιο της ελευθερίας. Η ωδή αυτή διαβάστηκε από πολλούς, θεωρήθηκε όμως αντικαθεστωτική και δεν τυπώθηκε παρά μόνο στο εξωτερικό, πολλά χρόνια μετά το θάνατό του.

Από το Τσάρσκογιε-Σελό στη Μολδαβία 

Οι νέοι που έβγαιναν από το Λύκειο του Τσάρσκογιε-Σελό διορίζονταν -συνήθως σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους- είτε σε στρατιωτικά συντάγματα είτε στις κεντρικές πολιτικές υπηρεσίες. Οι περισσότεροι στη συνέχεια παραμελούσαν τα καθήκοντά τους και χαίρονταν τη ζωή, ύστερα από χρόνια στα θρανία. Ο Πούσκιν αποφοίτησε και διορίστηκε στο Υπουργείο των Εξωτερικών. Άρχισε να συχνάζει σε λογοτεχνικούς κύκλους και να ζει έντονα. Ο πρίγκιπας Πιοτρ Αντρέγεβιτς Βιάζεμσκι έγραφε τότε στον θείο του ποιητή, Βασίλι Πούσκιν: Πρέπει να τον κλείσουμε σε κανένα φρενοκομείο. Τι διαβόλους έχει μέσα του! Όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία μου δίνω, για να μπορώ να γράψω τέτοιους στίχους. Αυτό το λυσσασμένο ξεπεταρόνι θα μας καταφέρει όλους εμάς-εμάς και τους προγόνους μας.

Πολλά ποιήματα που έγραψε ο Πούσκιν στα χρόνια 1817-1820 συντίθενται από παιχνιδιάρικους στίχους, εκφράζοντας, άλλα από αυτά ήρεμα αισθήματα και άλλα ισχυρά πάθη, όπως το ποίημα Ο θρίαμβος του Βάκχου. Την ίδια περίοδο ο ποιητής έγραψε το πρώτο μεγάλο ποιητικό του έργο, ένα κωμικοηρωικό έπος τριών χιλιάδων στίχων, το Ρουσλάν και Λιουντμίλλα, ένα μεγάλο παραμύθι με θρυλικές περιπέτειες του ήρωα, που αναζητά την αγαπημένη του κι αγωνίζεται να τη σώσει από τις εχθρικές μαγικές δυνάμεις. Παράλληλα όμως συνέχισε την καυστική μέσω των γραπτών του κατά της κοινωνικής κατάστασης στην τσαρική Ρωσία και της έντονης δεσποτικής φύσης της, προκαλώντας τελικά την οργή του τσάρου Αλέξανδρου Α΄, ο οποίος αποφάσισε να τον στείλει εξόριστο στη Σιβηρία ή στον ακόμα πιο παγωμένο Βορρά, σε ένα μοναστήρι σε ένα νησί της Λευκής Θάλασσας.

Έσπευσαν πάντως να τον βοηθήσουν τρεις κορυφαίοι τότε εκπρόσωποι των ρωσικών γραμμάτων, ο λογοτέχνης και ιστορικός Νικολάι Μιχάιλοβιτς Καραμζίν, ο ποιητής Βασίλι Αντρέγεβιτς Ζουκόφσκι και ο Αλεξέι Νικολάγιεβιτς Ολένιν, πρόεδρος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών, άντρας με εξαιρετική ευρυμάθεια. Ενεργοποίησαν υψηλές γνωριμίες τους και με τη συνδρομή και της τσαρίνας κινητοποιήθηκαν για να τον σώσουν από την οργή του τσάρου. Την πλάστιγγα όμως οριστικά υπέρ του έκρινε ο Ιωάννης Καποδίστριας, άμεσος προϊστάμενος του Πούσκιν στο Υπουργείο Εξωτερικών, αφού πρώτα του υποσχέθηκε ο Πούσκιν να μείνει μακριά από την πολιτική για ένα χρόνο. Μετά την υπόσχεση αυτή ο Καποδίστριας απέσπασε την έγκριση του τσάρου για μετάθεση του αντιδραστικού Πούσκιν στη Νότια Ρωσία.

Από τη Μολδαβία στον Δεκέμβρη του 1825 

Πορτραίτο του ποιητή από τον Ορέστ Κιπρένσκι το 1827

Στο τότε ρωσικό Κισινιόφ, την πρωτεύουσα σήμερα της Μολδαβίας (Κισινάου στα ρουμανικά), στη Βεσσαραβία της νότιας Ρωσίας όπου μετατέθηκε, ο Πούσκιν τέθηκε υπό την επίβλεψη του στρατηγού Ιβάν Νίκιτιτς Ίνζοφ, ανθρώπου γενναίου και καλλιεργημένου, διακεκριμένο πολεμιστή των ναπολεόντειων πολέμων, έπειτα από επιθυμία του Καποδίστρια, ο οποίος με επιστολή του στον στρατηγό του ζητάει να δείξει φροντίδα στον νεαρό ποιητή, συμπληρώνοντας: Δεν υπάρχει ακρότητα στην οποία να μην υπέπεσε ο ατυχής αυτός νέος, όπως δεν υπάρχει και τελειότητα που δεν θα μπορούσε να επιτύχει με την υψηλή ποιότητα των χαρισμάτων του.

Στο Κισινιόφ, το 1821, ο Πούσκιν ήρθε πιο κοντά στην υπόθεση της προσπάθειας των Ελλήνων για ανεξαρτησία, πιστεύοντας ακράδαντα ότι η Ελλάδα θα θριάμβευε και εκθειάζοντας την ανδρεία του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο ενθουσιασμός του όμως δεν κράτησε πολύ. Απογοητεύτηκε με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη αποδίδοντάς του ανικανότητα στον ηγετικό ρόλο που είχε αναλάβει. Η εκτίμηση αυτή του ποιητή βασίστηκε σε εσφαλμένες και ανεπαρκείς πληροφορίες. Θεωρούσε ακόμα γενναίο τον Υψηλάντη, δυσφόρησε όμως που μετά την άτυχη μάχη στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821), ο Υψηλάντης κατέφυγε στην Αυστρία.

Η απογοήτευση του Πούσκιν από την αναβλητικότητα, τη διχόνοια και την αδιαφορία πολλών Ελλήνων για την εθνική υπόθεση, τον εξοργίζει και στηλιτεύει αγανακτισμένος τους Έλληνες ως έναν άθλιο λαό ληστάρχων και μπακάληδων, σπεύδοντας όμως μετανιωμένος και έχοντας πικράνει κάποιους φίλους του, να δηλώσει ότι η καρδιά του δεν θα μπορούσε να νιώσει εχθρότητα στις ευγενικές προσπάθειες ενός αναγεννώμενου λαού.

Ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Αντόν Αντόνοβιτς Ντέλβιγκ, ο πιο στενός φίλος του ποιητή. Πέθανε μόλις 32 ετών από ασθένεια στους πνεύμονες

Την ίδια εποχή, έγραψε μια από τις καλύτερες μπαλάντες του, Το τραγούδι του σοφού Ολέγκ, βασισμένο σε σκανδιναβικό και ρωσικό μύθο. Στη μπαλάντα αυτή στρέφεται στους καιρούς του Ολέγκ και του Ίγκορ, πρώτων ηγεμόνων του Κιέβου (μετά το Νόβγκοροντ, δεύτερη πρωτεύουσα των Ρως). Η μπαλάντα ακολουθούσε το καλλιτεχνικό ρεύμα του Ρομαντισμού και μιλούσε για την αξία της συντροφικότητας, τους φίλους που αφήσαμε πίσω, την αλαζονεία, την τιμή, τις αρχέγονες ιδέες της συλλογικότητας που προδώσαμε και τη νέμεση. Είναι ποίημα σαφώς επηρεασμένο από το έργο του λόρδου Μπάιρον).

Ως τα τέλη του 1822 έγραψε τα ποιήματα Ο αιχμάλωτος του Καυκάσου, Οι αδελφοί λήσταρχοι (δεν το ολοκλήρωσε), Η πηγή του Μπαχτσε-σαράι. Είχε κάνει τότε και αρκετά ταξίδια, στο Κίεβο, στο Αικατερίνοσλαβ (σημερινό Ντνίπρο στην ανατολική Ουκρανία) και ένα μεγάλο ταξίδι στον Καύκασο. Χαρακτηριστικό θέμα των ποιημάτων Ο αιχμάλωτος του Καυκάσου και της Πηγής του Μπαχτσε-σαράι είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Από τα γράμματα του ποιητή διαφαίνεται πως το ποίημα Η πηγή του Μπαχτσε-σαράι είναι στενά δεμένο με ένα δυνατό προσωπικό αίσθημα, τον ένα από τους δύο πιο αγνούς έρωτες της ζωής του Πούσκιν, έρωτα που εκφράζει με το φλογισμένο στόμα του χάνου (ηγεμόνα στους ταταρικούς λαούς) Γιρέι. Οι μελετητές του δεν είναι σύμφωνοι ως προς το όνομα της κοπέλας που αγαπούσε. Πιο πιθανό είναι αυτή να ήταν η Σοφία Ποτόσκαγια, συνομήλική του, κόρη Πολωνορώσου στρατηγού και Ελληνίδας Κωνσταντινουπολίτισσας, την οποία αγαπούσε από μικρός, από τα χρόνια της Αγίας Πετρούπολης. Η Σοφία του είχε διηγηθεί την περιπέτεια της γιαγιάς της, που ο χάνος της Κριμαίας την είχε πάρει αιχμάλωτη στο Μπαχτσέ-σαράι (ή Μπαχτσισαράι-Παλάτι των Κήπων-πρωτεύουσα του Χανάτου της Κριμαίας).

Δεκέμβρης 1825

Ο Πάβελ Ιβάνοβιτς Πέστελ ως νεαρός αξιωματικός, έργο της μητέρας του το 1813H Εξέγερση του Δεκέμβρη, πίνακας του Βασίλι Φιοντόροβιτς Τιμμ

Τον Δεκέμβριο του 1825 σημειώθηκε στην Αγία Πετρούπολη και τη Μόσχα εξέγερση κατά του τσάρου, εξέγερση με διαφορετικό αίτημα στις δύο πόλεις. Στη μεν Αγία Πετρούπολη το αίτημα ήταν η παροχή Συντάγματος, στη δε Μόσχα η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Κοινό όμως αίτημα και των δύο κινημάτων ήταν η απελευθέρωση των χωρικών από τη δουλοπαροικία και του λαού από το δεσποτισμό. Η εξέγερση απέτυχε υπό το βάρος των κανονιών και ακολούθησαν τα μαρτύρια των Δεκεμβριστών. Ξεκίνησαν ανακρίσεις με συμμετοχή και του ίδιου του αυτοκράτορα, Νικολάου Α΄ στην ανακριτική επιτροπή. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δια απαγχονισμού οι θεωρούμενοι ως πρωταίτιοι, οι Πιοτρ Γκριγκόρεβιτς Κακόφσκι, Σεργκέι Ιβάνοβιτς Μουράβιοφ-Αποστόλ, Μιχαήλ Παύλοβιτς Μπεστούσεφ-Ριουμίν, ο ποιητής Κοντράτι Φιοντόροβιτς Ρυλέγιεφ και ο συνταγματάρχης και ιδεολογικό μυαλό του κινήματος Πάβελ Ιβάνοβιτς Πέστελ, βετεράνος των πολέμων 1812-1813. Όλοι τους, με εξαίρεση τον πρώτο, ήταν πολύ καλοί φίλοι του Πούσκιν. Πολλοί άλλοι εξορίστηκαν σε καταναγκαστικά έργα στα βάθη της Σιβηρίας και πέθαναν από τις κακουχίες ή επέστρεψαν στα σπίτια τους μετά από πολλά χρόνια. Πολλοί από τους Δεκεμβριστές που μαρτύρησαν στους τόπους εξορίας ήταν από το Λύκειο του Τσάρσκογιε-Σελό παλιοί συμμαθητές του ποιητή. Πολλοί από αυτούς που τους ανέκριναν ήταν συμμαθητές τους από το ίδιο Λύκειο.

Ο Τσάρος Νικόλαος Α'

Ο Πούσκιν έγινε κι αυτός στόχος των ανακριτικών Αρχών. Ο τσάρος όμως Νικόλαος Α΄, σκέφθηκε ότι η σύλληψη του πιο φημισμένου ποιητή της Ρωσίας θα έβλαπτε το θρόνο του, ιδίως μάλιστα από τη στιγμή που δεν υπήρχαν στοιχεία ούτε καν ηθικής συνέργειάς του στο κίνημα των Δεκεμβριστών. Παράλληλα, ο καλός φίλος του Πούσκιν, Ζουκόφσκι, παρέδωσε επιστολή του ποιητή στον τσάρο στην οποία επικαλείται τη μεγαλοψυχία του αυτοκράτορα και υπόσχεται ότι δεν θα εκδηλώσει από εδώ και πέρα γνώμες αντίθετες προς την καθιερωμένη τάξη. Ο συμβιβασμός δεν τον απήλλαξε όμως αμέσως, ούτε και αργότερα, από δύσκολες ώρες. Ως τις αρχές Σεπτεμβρίου του 1826 βρισκόταν υπό την επιτήρηση των τοπικών Αρχών, στο Μιχαηλόφσκογιε, παραθεριστικό μέρος της οικογένειάς του στην Περιφέρεια του Πσκοφ.

Μετά την εξορία 

Μετά την επιστροφή του από την εξορία, ο Πούσκιν πέρασε δύσκολες μέρες στην Μόσχα. Η λογοκρισία των έργων του -την οποία σύμφωνα με την υπόσχεσή του ασκούσε προσωπικά ο τσάρος- ήταν πολύ πιεστική και η παρακολούθηση της αστυνομίας πολύ στενή. Επιπλέον οι κριτικοί αντιμετώπισαν τα έργα του αυτής της περιόδου δυσμενώς και, το χειρότερο, πολλοί ομοϊδεάτες του τον κατηγόρησαν ως αποστάτη. Παρά ταύτα εκείνη την εποχή έγραψε τις λεγόμενες «μικρές τραγωδίες» του (Μότσαρτ και Σαλιέρι, Ο πέτρινος επισκέπτης κ. α.), πεζογραφήματα, ποιήματα και άρθρα.

Παράλληλα από το 1826 μέχρι το 1831 ο Πούσκιν ζούσε μια άσωτη ζωή στη Μόσχα. Το 1831 παντρεύτηκε την Ναταλία Νικολάγεβνα Γκοντσάροβα ύστερα από μια περιπετειώδη σχέση. Εγκαταστάθηκε στην Αγία Πετρούπολη, διορίστηκε και πάλι σε κρατική θέση και το 1834 πήρε το αυλικό αξίωμα του Kammerjunker. Του ανατέθηκε να γράψει μια ιστορία του Μεγάλου Πέτρου τον οποίο θαύμαζε, αλλά αυτός έγραψε την Ιστορία [της εξέγερσης] του Πουγκατσόφ, ένα μυθιστόρημα με συναφές θέμα (Η κόρη του λοχαγού), το ημιτελές μυθιστόρημα Ντουμπρόβσκι και άλλα ελάσσονα έργα, που έμειναν επίσης ημιτελή.

Το τέλος 

Το Νοέμβριο του 1836, ο Πούσκιν ελάμβανε ανώνυμες υβριστικές επιστολές, στις οποίες τον αποκαλούσαν «ιστοριογράφο του Τάγματος των Κερατάδων». Ο ποιητής είχε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι η προέλευση των επιστολών αυτών είχε να κάνει με τις επίμονες ερωτοτροπίες του Ζωρζ ντ' Αντές (Georges d' Anthès, 1812 - 1895), ενός αξιωματικού γαλλικής καταγωγής του ιππικού της φρουράς στην Αγία Πετρούπολη, με τη σύζυγό του Ναταλία Πούσκινα - Γκοντσάροβα.

Ο Πούσκιν, μη ανεχόμενος τα κουτσομπολιά, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καλέσει τον ντ' Αντές σε μονομαχία. Ο θετός όμως πατέρας του ντ' Αντές, πρεσβευτής της Ολλανδίας στην Αγία Πετρούπολη, προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποτρέψει την επικείμενη μονομαχία μεταξύ των δύο ανδρών, παντρεύοντας μάλιστα τον ντ' Αντές με τη μεγαλύτερη σε ηλικία αδελφή της Ναταλίας, την Αικατερίν Γκοντσάροβα (Yekaterina Goncharova). Ο γάμος έγινε στις 10 Ιανουαρίου του 1837. Δεν άργησε όμως να εκδηλωθεί και πάλι το ενδιαφέρον του ντ' Αντές για την όμορφη γυναίκα του ποιητή Ναταλία. Οι φήμες και τα ανώνυμα γράμματα δεν σταματούσαν, με συνέπεια να γράψει ο ποιητής ένα προσβλητικό γράμμα στον θετό πατέρα του ντ' Αντές, τον Ολλανδό επιτετραμμένο βαρώνο Heeckeren.

Τελικά, ο ντ' Αντές αποδέχτηκε την πρόσκληση του Πούσκιν για μονομαχία, παρά την επίσημη απαγόρευση που υπήρχε. Ο Πούσκιν συνάντησε στο «Λογοτεχνικό Καφέ» της Αγίας Πετρούπολης το φίλο του Konstantin Danzas (1801 - 1870), ταγματάρχη του ρωσικού στρατού, τον οποίο όρισε μάρτυρα στη μονομαχία του με τον ντ' Αντές.

Η μονομαχία έγινε το απόγευμα της 27ης Ιανουαρίου του 1837 στην τοποθεσία Chernaya Rechka, στα χιονισμένα περίχωρα της Αγίας Πετρούπολης, με δυνατό αέρα και θερμοκρασία δεκαπέντε βαθμούς υπό το μηδέν. Ο Πούσκιν τραυματίστηκε θανάσιμα στο κάτω μέρος της κοιλιάς και μεταφέρθηκε με άμαξα στο σπίτι του στην πρωτεύουσα. Πέρασε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του στο σπουδαστήριο-γραφείο του, ανάμεσα σε αγαπημένα του πρόσωπα, θαυμαστές και φίλους. Άφησε την τελευταία του πνοή στο ανάκλιντρο του γραφείου του δύο ημέρες αργότερα, το απόγευμα της 29ης Ιανουαρίου 1837, ώρα 2:45, σε ηλικία 37 ετών.

Ο θάνατος του Πούσκιν, όπως είπε ο φίλος του ζωγράφος Καρλ Μπριουλόφ, ήταν «μια ανεπανόρθωτη απώλεια για το ρωσικό πολιτισμό».

Λάμπρος Κατσώνης Ο Έλληνας είπε όταν η Μεγάλη Αικατερίνη έκανε ειρήνη με τους Οθωμανούς ( Αν η Μεγάλη Αικατερίνη έκανε ειρήνη με τους Τούρκους ο Λάμπρος Κατσώνης δεν βάζει την υπογραφή του ) και συνέχισε με τα πλοία του να πολεμάει κατά των Τούρκων.

Γεννήθηκε στη Λιβαδειά και σε νεαρή ηλικία έλαβε μέρος στα Ορλωφικά. Το 1774 κατατάχθηκε ως αξιωματικός στο ελληνικό τάγμα του Ρωσικού στρατού, όπου ανήλθε μέχρι τον βαθμό του λοχαγού.

Με την έναρξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1787, πήγε στη Τεργέστη, όπου παρέλαβε από τους εκεί Έλληνες ομογενείς μερικά πλοία με τα οποία ξεκίνησε τις επιδρομές και τις επιθέσεις κατά των Τουρκικών στο Ιόνιο Πέλαγος. Σταδιακά επεκτάθηκε και στο Αιγαίο, όπου στις 31 Αυγούστου του 1788 στην Κάρπαθο νίκησε τον τουρκικό στόλο. Για τη νίκη του αυτή προήχθη σε υποχιλίαρχο ενώ ο στόλος του ονομάστηκε «στόλος της Ρωσικής αυτοκρατορίας». Το 1790 συγκρούστηκε για μια ακόμη φορά με τον Τουρκικό στόλο, στη ναυμαχία της Άνδρου, αλλά ηττήθηκε χάνοντας τα περισσότερα πλοία του, ενώ ο ίδιος τραυματίστηκε. Κατέφυγε στα Κύθηρα, όπου η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ τον προήγαγε σε χιλίαρχο και τον διέταξε να συντονίσει τη δράση του με τον Ρωσικό Αυτοκρατορικό στόλο στη Μεσόγειο. Κατάφερε να συγκεντρώσει στην Ιθάκη 24 πλοία, όμως πριν αναχωρήσει έφτασαν τα νέα για την ανακωχή μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων Αυτοκρατοριών, που συνομολογήθηκε στις 11 Αυγούστου του 1791 με την εντολή να αναστείλει κάθε δραστηριότητα.

Αρνούμενος να υπακούσει στις διαταγές των ανωτέρων του κατέφυγε στη Μάνη, όπου άρχισε να οργανώνει επαναστατικό κίνημα. Εν τω μεταξύ είχε υπογραφεί η Συνθήκη του Ιασίου (1792), με την οποία η Τουρκία και η Ρωσία συμφιλιώθηκαν. Τότε, τον Μάιο του 1792, εξέδωσε το μανιφέστο "Φανέρωσις του εξοχότατου χιλιάρχου και ιππέος Λάμπρου Κατσώνη", με το οποίο διαμαρτυρόταν για την ρωσοτουρκική ειρήνη, κατηγορώντας τη ρωσική πολιτική, η οποία είχε αγνοήσει τους Έλληνες και τον αγώνα τους για ανεξαρτησία. Συνέπεια αυτού ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη να του αφαιρέσει τον βαθμό και να του απαγορεύσει να κάνει χρήση της ρωσικής σημαίας.

Παρά την άσχημη αυτή τροπή τον Απρίλιο του 1792 ο Λ. Κατσώνης κατέπλευσε στο Πόρτο Κάγιο, του οποίου το λιμάνι άρχισε να οχυρώνει μαζί με τον Ανδρούτσο. Όμως η Γαλλία, φοβούμενη για τα εμπορικά της συμφέροντα, αφού από την περιοχή περνούσαν αρκετά γαλλικά εμπορικά πλοία, δύο γαλλικά πολεμικά μονόκροτα με τη συνεργασία 30 Τουρκικών πλοίων επιτέθηκαν κατά του στόλου του Κατσώνη τον Ιούνιο του 1792. Μετά από τρεις μέρες αντίσταση και δεινή σφαγή όσοι αποβιβάζονταν από τους πολεμίους αφού είχε σχεδόν χάσει τη μάχη, με δώδεκα συντρόφους του διέπλευσε στα Κύθηρα, έπειτα με την προτροπή του Ηγεμόνα της Μάνης Τζανέτου Γρηγοράκη απέπλευσε για την Ιθάκη, όπου μέσω Πάργας στη συνέχεια επέστρεψε στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην Αγία Πετρούπολη, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα με την οικογένεια του. Εκεί αν και δεν έτυχε εκ μέρους της Αυτοκράτειρας ευμενούς υποδοχής στη συνέχεια έχαιρε της εκτίμησής της, παρευρισκόμενος στις επίσημες δεξιώσεις. To 1798 του αναγνωρίστηκε ο βαθμός του συνταγματάρχη. Εξαιτίας όμως της κόντρας του με τον υπουργό των ναυτικών Μορντβίνοβ δεν κατάφερε να πάρει τιμητικά προαγωγή και να ανέλθει στον βαθμό του στρατηγού. Παραιτήθηκε από τον ρωσικό στρατό το 1802. Από το 1798 είχε εγκατασταθεί στην Κριμαία, σε κτήμα που του δώρισε η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ έκτασης 22.000 εκταρίων, το οποίο και ονόμασε Λιβαδειά.

Ήταν παντρεμένος με την Αγγελίνα-Μαρία Σοφιανού. Είχε τρία παιδιά, από τα οποία ο πρώτος δολοφονήθηκε στη Τζια από τους Τούρκους, ο δεύτερος, ο Λυκούργος (1790 - 1863), πραγματοποίησε λαμπρή σταδιοδρομία στο ρωσικό στρατό φτάνοντας έως τον βαθμό του χιλιάρχου, ενώ ανήκε και στην τάξη των ευγενών, και ο τρίτος ο Αλέξανδρος, ο οποίος γεννήθηκε στην Κριμαία, έφτασε έως τον βαθμό του υπολοχαγού και αργότερα εκλέχτηκε αρχηγός των Ευγενών όλου του Νομού της Ταυρίδας. Επίσης εγγονός του Λυκούργου ήταν ο Σπυρίδων Αλεξάνδρου Κατσώνης, ο οποίος διέπρεψε ως συγγραφέας στην Ρωσία. Σημερινός απόγονος του Λάμπρου Κατσώνη είναι ο Ανατόλι Νικολάεβιτς Κατσώνης, κάτοικος Μόσχας.

H σχέση του Λάμπρου Κατσώνη με τη Γιάλτα στην Ουκρανία

 

H Γιάλτα, είναι μια πόλη θέρετρο στην Κριμαία της Ουκρανίας. Είναι γνωστή από την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ - ΕΣΣΔ - Μεγάλης Βρετανίας στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Η συμφωνία της Γιάλτας υπογράφτηκε στο θερινό ανάκτορο των Ρώσων αυτοκρατόρων που είχε χτίσει ο τσάρος Νικόλαος το 1911. Εκείνο που ίσως δεν γνωρίζουμε είναι πως το ανάκτορο αυτό βρίσκεται 3 χλμ. Δυτικά της Γιάλτας στη μικρή πόλη ''Livadia'' δηλαδή ''Λιβαδειά'' και ονομάζεται ''Livadia palace''. H Λιβαδειά της Κριμαίας οφείλει το όνομά της στον Λάμπρο Κατσώνη.

Όταν ο Έλληνας επαναστάτης επέστρεψε στη Ρωσία καθώς το κίνημά του απέτυχε, η τσαρίνα Αικατερίνη τού έδωσε ένα μεγάλο αγρόκτημα στην Κριμαία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Το τσιφλίκι αυτό το ονόμασε ''Λιβαδειά'' σε ανάμνηση της πατρίδας του που δεν την ξαναείδε έκτοτε. Εκεί δημιούργησε αμπελώνες και έγινε έμπορος κρασιού, έκανε οικογένεια, οι γιοι του σταδιοδρόμησαν στον ρωσικό στρατό και ένας εγγονός του έγινε συγγραφέας. Το υποστατικό με τους κολλήγους που εργάζονταν στο αγρόκτημα εξελίχθηκε σε χωριό.

Το όνομα ''Λιβαδειά'' παρέμεινε και το 1835 καθιερώθηκε επίσημα. Σήμερα έχει 900 κατοίκους περίπου και αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο, λόγω του ανακτόρου-μουσείου όπου υπογράφτηκε η συνθήκη της Γιάλτας. Στο αγρόκτημα του Λάμπρου Κατσώνη, λοιπόν, το 1945 οι Στάλιν - Ρούσβελτ - Τσόρτσιλ αποφάσισαν την τύχη του μεταπολεμικού κόσμου, την ίδρυση του ΟΗΕ, τις σφαίρες επιρροής, τη διαίρεση της Γερμανίας κ.λπ. Και κάτι τελευταίο: το 1979 ο Ρώσος αστρονόμος Nikolay Stepanovich Chernykh που εργαζόταν στο εργαστήριο Αστροφυσικής της Κριμαίας ανακάλυψε έναν μικρό πλανήτη (αστεροειδή) και του έδωσε το όνομα: ''3006 Livadia'' από την ήσυχη μικρή κωμόπολη, όπου συνήθιζε να ξεκουράζεται. Έτσι από τον Λάμπρο Κατσώνη, το όνομα της Λιβαδειάς έφτασε ως το διάστημα.

Λιβαδιά Κριμαίας


Προϋπήρχε κατά τον Μεσαίωνα ως μικρός οικισμός των Τατάρων της Κριμαίας και μετονομάσθηκε σε Λιβαδιά από τον συνταγματάρχη του Ρωσικού Αυτοκρατορικού Στρατού (ή Ναυτικού) Λάμπρο Κατσώνη σε ανάμνηση της γενέτειράς του, της πόλης Λιβαδειάς στη Ρούμελη. Πιο συγκεκριμένα, στον Κατσώνη είχε δωρηθεί από την Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β΄ της Ρωσίας μία πολύ μεγάλη έκταση-κτήμα εκεί (20 χιλιάδες ντιαστίνες, δηλαδή 220 χιλιάδες στρέμματα), την οποία ο Κατσώνης ονόμασε «Λιβαδιά» και από αυτή πήρε νέο όνομα η περιοχή και ο οικισμός.[1] Φαίνεται ότι ο Κατσώνης εγκαταστάθηκε εκεί τον χειμώνα 1798-1799, το πιθανότερο τον Ιανουάριο του 1799, και εκεί γεννήθηκε το 1804 ο τρίτος γιος του, ο Αλέξανδρος.[2] Στη Λιβαδιά της Κριμαίας ο Λ. Κατσώνης ασχολήθηκε με τη γεωργία, ειδικότερα με την αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή ενός είδους κονιάκ το οποίο διαφήμιζε ως «βότκα από σταφύλι», και το θαλάσσιο εμπόριο.[2]

Το Ανάκτορο της Λιβαδιάς διεκδικούσε από το Ανάκτορο Βοροντσόφ στην Αλούπκα τον τίτλο της πολυτελέστερης κατοικίας στην Κριμαία.

Το κτήμα του Κατσώνη πέρασε αργότερα στην κατοχή της πολωνικής οικογένειας Ποτότσκι και στη συνέχεια, το 1861, έγινε θερινή κατοικία των Ρώσων Τσάρων. Ο Αυτοκράτορας Αλέξανδρος Γ΄ της Ρωσίας πέθανε στη Λιβαδιά το 1894.

Το Ανάκτορο της Λιβαδιάς, κτισμένο το 1910-1911, είναι σήμερα μουσείο. Υπήρξε ένα από τα θερινά ανάκτορα της τελευταίας ρωσικής αυτοκρατορικής οικογενείας. Το 1945 χρησίμευσε ως τόπος συναντήσεων για τη Διάσκεψη της Γιάλτας και ως η κατοικία του Αμερικανού Προέδρου Φραγκλίνου Ρούζβελτ κατά τη διάρκειά της. Σήμερα, η Λιβαδιά της Κριμαίας είναι γνωστή κυρίως για την παραγωγή κρασιού και ως λουτρόπολη, όπως και η ίδια η Γιάλτα.

Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Με την ναυμαχία του Ναυρίνου η Ελλάδα ήταν ένα βήμα πριν την ανεξαρτησία της.

( Hρωικές στιγμές εξελίχθηκαν στη Ρωσική ναυαρχίδα Αζόφ. Κατά το Άγγλο Ναύαρχο Κόδριγκτον : οι Ρώσοι πολέμησαν σαν να πολεμούσαν για την δικιά τους πατρίδα)

Στο Ρωσικό πλοίο Αζόφ μιά μπάλα έκανε κομμάτια το χέρι του Ρώσου ανθυποπλοίαρχο Μουτένιεφ. Αψηφώντας τους τρομερούς πόνους έμεινε στη θέση του. Μα ήταν τόση η αιμορραγία από την πληγή του που τον πρόσταξαν να παρατήσει την θέση του και να κατέβει στο νοσοκομείο του καραβιού. Οι γιατροί για να του σώσουν την ζωή του έκοψαν το χέρι από το ύψος του ώμου. Μόλις δέσανε το φοβερό τραύμα ακούστηκε η χαρμόσυνη είδηση πως τινάχτηκε στον αέρα η Τουρκική ναυαρχίδα. Και τότε ο Μουτένιεφ ξέφυγε από το χέρια των γιατρών και έτρεξε στο κατάστρωμα για να γιορτάσει με το άλλο πλήρωμα την νίκη.

Η εξέλιξη των γεγονότων

Ενώ οι δημοκρατικές κυβερνήσεις Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας, παρασυρμένες και από τον φιλελληνισμό των ψηφοφόρων τους, έστελναν δυνάμεις στην Ελλάδα, η Ρωσία παρέμενε εχθρική. [«Την έκθεση του γραμματέα της Ρωσικής πρεσβείας Σεργκέϊ Ιβάνοβιτς Τουρκγκένιεφ ο οποίος ήταν ο κυριότερος συνεργάτης του πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη. Ο Τουργκένιεφ έφθασε στην Πετρούπολη στις 5 Σεπτεµβρίου 1821 και υπέβαλε αµέσως την έκθεσή του στον τσάρο.», «Θεωρεί, όµως, τη δηµιουργία ενός ισχυρού ελληνικού κράτους, ικανού να υποκαταστατήσει την οθωµανική ισχύ, ακόµα και µακροπρόθεσµα, επικίνδυνη για τα ρωσικά συµφέροντα. Η Ρωσία έσωσε την οθωµανική αυτοκρατορία από τη διάλυση σ' εκείνη την κρίσιµη στιγµή, γράφει ο Τουργκένιεφ. Αποκηρύσσοντας το κίνηµα του Υψηλάντη, καταδικάζοντας την ελληνική εξέγερση µε τις εγκυκλίους προς τους κατά τόπους Ρώσους προξένους και διαβεβαιώνοντας την Πύλη για τη νοµιµοφροσύνη της εµπόδισε τη γενίκευση του ξεσηκωµού σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό τµήµα της οθωµανικής αυτοκρατορίας και αλλού ίσως. Η Ρωσία, γράφει ο Τουργκένιεφ, δεν είχε στο νου της, τον τελευταίο καιρό, να ελευθερώσει τους οµόθρησκους Έλληνες από τον οθωµανικό ζυγό.», «Η Ρωσία ήταν "φίλη της Πύλης" ...», «Κατά τον Τουργκένιεφ όλα αυτά τα µέτρα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας, µέτρα συνετά και νόµιµα, επιδοκιµάσθηκαν µε εκδηλώσεις ευγνωµοσύνης από την οθωµανική Κυβέρνηση.» (Κυριάκος Σιµόπουλος: «Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα τού 1821».

Μόνον όταν φάνηκε ότι η Ελλάς θα γίνει ανεξάρτητο κράτος (µε την υποστήριξη τού Ηνωµένου Βασιλείου και της Γαλλίας), αποφάσισε και η Ρωσία να στείλει στόλο στη ναυµαχία τού Ναυαρίνου, µόνο και µόνο για να µη µείνει απ' έξω. Θα πρέπει να σηµειωθεί ότι τα ρωσικά πολεµικά πλοία ήταν λιγότερα από τα βρετανικά και τα γαλλικά, καθώς και ότι µπήκαν τελευταία στον κόλπο. Η Γαλλία ένωσε τις άλλες δύο δυνάμεις προκειμένου να αποκατασταθεί ο ηγετικός ρόλος της στις ευρωπαϊκές υποθέσεις μετά από την ήττα της στους Ναπολεόντειους πολέμους. Οι κυβερνήσεις και των τριών δυνάμεων δέχονταν επίσης υπό την έντονη πίεση της εγχώριας κοινής γνώμη τους να ενισχυθούν οι Έλληνες, ειδικά μετά από την εισβολή της Πελοποννήσου, το 1825, από τον υποτελή στους Οθωμανούς Ιμπραήμ Πασά της Αιγύπτου και τις αγριότητες του στρατού του σε βάρος του γηγενούς πληθυσμού.

Οι δυνάμεις συμφώνησαν με τη Συνθήκη του Λονδίνου (1827), περί τα τέλη Ιουνίου, να αναγκάσουν την οθωμανική κυβέρνηση να παραχωρήσει αυτονομία στους Έλληνες και απέστειλαν ναυτικές μοίρες στην ανατολική Μεσόγειο για να επιβάλουν την πολιτική τους αλλά και να καταστείλουν την πειρατεία που έβλαπτε το βρετανικό εμπόριο στην Αν. Μεσόγειο. Η Ελληνική πλευρά με πράξη της 21 Ιουνίου (παλαιό ημερολόγιο) δέχθηκε αμέσως την συμφωνία αλλά ο Ιμπραήμ, που στο μεταξύ ήλεγχε σχεδόν όλη την Πελοπόννησο, ζήτησε προθεσμία έως ότου λάβει εντολές από την Αίγυπτο και την Κωνσταντινούπολη. Ο ίδιος υποσχέθηκε ότι ο στόλος του δεν θα εξέλθει από την Πύλο πριν έλθουν οι διαταγές που περιμένει.

Διοικητής του συμμαχικού στόλου ανέλαβε ο αντιναύαρχος Εδουάρδος Κόδριγκτον (Sir Edward Codrington) ο οποίος από το 1826 είχε τοποθετηθεί ως ανώτατος διοικητής του βρετανικού στόλου της Μεσογείου.

Χάρτης του όρμου του Ναβαρίνου. Το διάγραμμα διάταξης της μάχης εμπεριέχει ανακρίβειες

Την 6η Σεπτεμβρίου (παλαιό ημερολόγιο) συνέβη ναυτικό επεισόδιο μεταξύ βρετανικών και τουρκοαιγυπτιακών πλοίων στα παράλια της Παρνασσίδας (εκεί όπου πολλά χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε η κωμόπολη της Ιτέας και συγκεκριμένα στην τότε θέση Σκάλα Σαλώνων), όπου το ατμόπλοιο "Καρτερία" με κυβερνήτη το Φρανκ Χέιστινγκς κατέστρεψε 6 μικρά τουρκικά σκάφη και ένα αλγερινό. Μετά από αυτό, την 19 Σεπτεμβρίου, σημαντική μοίρα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου παραβίασε την υπόσχεση και απέπλευσε από την Πύλο για να τιμωρήσει τα βρετανικά πλοία. Ο ναύαρχος Κόδριγκτον ορμώμενος από τη Ζάκυνθο με δύο μόνο πλοία (μέρος του στόλου του είχε σταλεί στη Μάλτα για επισκευές) ανάγκασε την τουρκοαιγυπτιακή μοίρα να επιστρέψει στο λιμάνι αλλά ο Ιμπραήμ έστειλε στρατό στην ξηρά όπου προέβη σε εμπρησμούς και καταστροφές των καλλιεργειών ως αντίποινα. Ο καπετάνιος Χάμιλτον που αποβιβάστηκε στη ξηρά μαζί με Ρώσο αξιωματικό, σε αναφορά του προς τον Κόδριγκτον ανέφερε ότι πυκνοί καπνοί αναδύονταν, και γυναίκες και παιδιά πέθαιναν από την πείνα μη έχοντας για τροφή τίποτα περισσότερο από χόρτα. Κάποιοι είχαν βρει καταφύγιο στα βουνά όπου ο Χάμιλτον υποσχέθηκε να στείλει λίγο ψωμί. Κατέληγε με την εκτίμηση ότι "αν ο Ιμπραήμ παραμείνει στην Ελλάδα, περισσότερο από το ένα τρίτο των κατοίκων θα λιμοκτονήσει". Μετά από αυτή την αναφορά οι τρεις ναύαρχοι έστειλαν επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Ιμπραήμ, αλλά έλαβαν την απάντηση ότι αυτός ήταν άφαντος.

Οι τρεις επικεφαλής, αντιναύρχος Κόδριγκτον, υποναύαρχος Δεριγνύ (ιππότης De Rigny) και υποναύαρχος Χέιδεν την 18η Οκτωβρίου (νέο ημ/γιο) έκριναν ότι δεν πρέπει να παραμείνουν θεατές των βιαιοπραγιών των Οθωμανών. Προηγουμένως ο Τζώρτζ Κάνιγκ είχε δώσει στον Κόδριγκτον την δική του ερμηνεία της Συνθήκης του Λονδίνου: "Αν δεν εισακουσθεί ο λόγος σας, μεταχειριστείτε τα πυροβόλα".

Μετά από αυτό οι ναύαρχοι συμφώνησαν ότι ο Ιμπραήμ παραβιάζει τις συμφωνίες και απαίτησαν από αυτόν να αποπλεύσουν τα πλοία του προς Αίγυπτο ή Κωνσταντινούπολη αλλιώς θα του επιτεθούν. Ο συμμαχικός στόλος εισήλθε στην Πύλο την 8/20 Οκτωβρίου και άρχισε να παίρνει θέσεις μάχης. Ο Κόδριγκτον, πάνω στο πλοίο του "Ασία" (84 πυροβόλα), έλαβε μήνυμα ότι "ο Ιμπραήμ δεν είχε δώσει την άδεια για να εισέλθει ο συμμαχικός στόλος στο λιμάνι", στο οποίο απάντησε ότι "δεν ήλθε για να λάβει διαταγές αλλά για να δώσει" και ότι "αν ριχτεί πυροβολισμός κατά του συμμαχικού στόλου θα καταστρέψει τον τουρκικό, και ότι δεν θα λυπηθεί αν του δοθεί αυτή η ευκαιρία.»Μια βρετανική λέμβος με σημαία κήρυκος προσέγγισε ένα αιγυπτιακό πυρπολικό με σκοπό να του ζητήσει να απομακρυνθεί. Οι Αιγύπτιοι πυροβόλησαν πρώτοι και σκότωσαν αξιωματικό που επέβαινε στην λέμβο. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών και σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν περισσότεροι ναυτικοί μέσα στην λέμβο. Παρόμοιο επεισόδιο έγινε και σε άλλο σημείο. Από τον οθωμανικό στόλο ρίχτηκαν πυροβολισμοί και προς το πλοίο Sirene του Γάλλου ναυάρχου. Ο Κόδριγκτον έστειλε τον Έλληνα πρωρέα Μιχαήλ να ζητήσει από τον Αιγύπτιο ναύαρχο να παραμείνει ουδέτερος. Αφού ο Μιχαήλ παρέδωσε το μήνυμα, ενώ επέστρεφε στη λέμβο δέχθηκε εν ψυχρώ πυροβολισμό από Τούρκο ναυτικό, ο οποίος διέκρινε ότι ο απεσταλμένος του Άγγλου ναυάρχου ήταν Έλληνας. Ο Δεριγνύ από την πλευρά του ζήτησε επίσης από την πλησίον του Αιγυπτιακή φρεγάτα να μην ανοίξει πυρ. Ωστόσο, η ένταση δεν ήταν δυνατόν πλέον να ελεγχθεί. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος, κρίνοντας ότι έχει υπεροχή άνοιξε πυρ κατά συμμαχικών πλοίων και η ναυμαχία άρχισε σε όλη τη διάταξη των πλοίων. Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος υπερτερούσε αριθμητικά και ταυτόχρονα υποστηριζόταν από πυροβόλα των γύρω φρουρίων.

Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα, Ελλάδα

Σε κρίσιμη στιγμή της ναυμαχίας μπήκε στο λιμάνι ο Ρωσικός στόλος αποτελούμενος από οκτώ πλοία. Λεπτομερείς περιγραφές της μάχης αναφέρουν ότι τα πλοία ήταν τόσο κοντά μεταξύ τους, ώστε εμπλέκονταν τα ξάρτια τους οι δε ναύτες έβαλαν ακόμα και με πιστόλια. Μέχρι ώρα 5 το απόγευμα τα πλείστα των τουρκοαιγυπτιακών πλοίων είχαν καταστραφεί ή παραδοθεί. Οι απώλειες των Οθωμανών υπολογίζονταν σε 6.000 ενώ μόνο πάνω στην τουρκική και αιγυπτιακή ναυαρχίδα οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν περίπου 1.000. Από τη συμμαχική πλευρά οι νεκροί και τραυματίες ήταν 654 άνδρες εκ των οποίων 272 Βρετανοί, 184 Γάλλοι και 198 Ρώσοι. Ο Δεριγνύ ανέφερε ότι "στην ιστορία δεν υπήρξε μεγαλύτερη καταστροφή στόλου". Στη διάρκεια της μάχης το "Ασία" είχε δεχτεί πάνω από 170 βολές και είχε πάθει ζημιές στην εξάρτησή του. Ο Κόδριγκτον δέχτηκε μια βολή μουσκέτου που του τρύπησε το μανίκι στο ύψος του καρπού ενώ το ρολόι και το πανωφόρι του καταστράφηκαν από θραύσματα ξύλου. Επίσης, τραυματίσθηκε και ο γιος του.

Ο Βρετανός Ναύαρχος Κόδριγκτον (κέντρο) διαπραγματεύεται στο παλάτι του Μεχμέτ Αλή Πασά στην Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο (1828).

Την επομένη ημέρα οι σύμμαχοι απαίτησαν από τον Ιμπραήμ, που στο μεταξύ είχε καταφύγει στα βουνά της Μεσσηνίας, να υψώσει λευκή σημαία σε όλα τα φρούρια με την απειλή ότι αν ριχτεί έστω και ένας πυροβολισμός θα θεωρηθεί ως κήρυξη πολέμου. Οι Οθωμανοί αποδέχτηκαν και υπεγράφη ανακωχή πάνω στην ναυαρχίδα του Κόδριγκτον.

Αυτός την επομένη της ναυμαχίας απέστειλε επιστολή προς το Ναυαρχείο όπου περιέγραφε με λεπτομέρειες τη ναυμαχία και τις απώλειες. Ανέφερε ότι η μάχη ήταν απαραίτητη για να τηρηθούν οι όροι που είχαν προβλεφθεί από τη συνθήκη και για να σταματήσει η άγρια εξολόθρευση που διεξήγαγε ο Ιμπραήμ.

Η απήχηση του αποτελέσματος της ναυμαχίας

Η κοινή γνώμη στην Ευρώπη, που επί χρόνια παρακολουθούσε την αιματοχυσία του ελληνικού λαού και την απάθεια των ηγετών των μεγάλων κρατών, δέχθηκε με μεγάλη χαρά το αποτέλεσμα της ναυμαχίας και το θεώρησε ως νίκη των λαών σε πείσμα των αποφάσεων των πολιτικών ηγεσιών. Ο Γάλλος ακαδημαϊκός Πιέρ Αντουάν Λεμπρίν (1785-1873) έγραψε:

Η Γαλλική κυβέρνηση και ο βασιλιάς της Γαλλίας Κάρολος Ι΄ ένιωσαν βαθιά ικανοποίηση: απευθυνόμενος ο τελευταίος στην εθνοσυνέλευση, είπε: « Η απρόοπτη ναυμαχία στο Ναβαρίνο απέβη ημέρα δόξας για το ναυτικό μας»[7] Είναι επίσης χαρακτηριστικό πως καθώς η ναυμαχία αρχίζει να απεικονίζεται ευρύτατα στην Ευρώπη μέσα από ζωγραφικούς πίνακες, λιθογραφίες και χαλκογραφίες, ο κυριότερος όγκος των έργων αυτών προέρχεται από την Γαλλία που χαιρέτησε θερμά την κατάληξή της.

Έτσι η Μεγάλη Βρετανία πήρε αποστάσεις από το γεγονός: Οι διάδοχοι του πρωθυπουργού Τζωρτζ Κάνινγκ, η κυβέρνηση Γουέλινγκτον, θεωρώντας την πολιτική του προκατόχου τους υπερβολικά αντιοθωμανική και αποσκοπώντας στην ενίσχυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως ανάχωμα σε πιθανή κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο, χαρακτήρισαν τη ναυμαχία και το αποτέλεσμά της ως απρόοπτο συμβάν, (untoward event), κατά τις προγραμματικές δηλώσεις της τον Ιανουάριο του 1828.[9] Το 1828 ο Κόδριγκτον απηλλάγη από τα καθήκοντά του με το αιτιολογικό ότι επέτρεψε τη μεταφορά Ελλήνων σκλάβων από την Πελοπόννησο προς την Αλεξάνδρεια μέσα στα πλοία του Ιμπραήμ που αποχωρούσαν. Είχε προηγηθεί θόρυβος στο Κοινοβούλιο και την κοινή γνώμη όταν τους πρώτους μήνες του 1828 έφτασαν οι πληροφορίες ότι 5.500 Έλληνες, κυρίως γυναίκες και παιδιά, πωλούνταν στα σκλαβοπάζαρα της Αλεξάνδρειας, κάτι που έφερε σε δύσκολη θέση τη βρετανική κυβέρνηση. Ο Κόδριγκτον απολογήθηκε λέγοντας ότι δεν είχε λάβει διαταγές να αναχαιτίζει πλοία και να κάνει νηοψίες.

Στον αντίποδα αυτής της επίσημης στάσης της κυβέρνησης και του βρετανικού τύπου κινήθηκε το αγγλικό θέατρο το οποίο με παραστάσεις του τίμησε την νίκη των τριών συμμαχικών στόλων για μια μακρά περίοδο, από τον Νοέμβριο του 1827 και για όλη τη διάρκεια του 1828.[11] Η τουρκική κυβέρνηση αντέδρασε με οργή και απειλές χωρίς να καταφύγει σε ακρότητες. Αυτό οφειλόταν στο ότι θεωρούσε πως η ναυμαχία δεν θα είχε συνέπειες και ότι αν προέβαινε σε θηριωδίες θα ερχόταν σε σύγκρουση με τη μισή Ευρώπη.

Η αποτίμησή της

Η συνδυασμένη οθωμανική και αιγυπτιακή αρμάδα καταστράφηκε από συμμαχική βρετανική, γαλλική και ρωσική ναυτική δύναμη. Είναι η τελευταία σημαντική ναυμαχία στην ιστορία που διεξήχθη εξ ολοκλήρου με ιστιοφόρα σκάφη. Επίσης ποτέ στην ιστορία του πολέμου των κανονιοφόρων ιστιοφόρων δεν βρέθηκαν τόσα πολλά πλοία, με τόσο μεγάλη δύναμη πυρός, συγκεντρωμένα σε ένα τόσο περιορισμένο χώρο.

Οι συγκεντρωμένοι στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων συνιστούσαν ισχυρή ναυτική δύναμη. Αν και υστερούσαν αριθμητικά του συνδυασμένου οθωμανοαιγυπτιακού στόλου, τόσο σε αριθμό πλοίων όσο και σε μεγάλα πλοία και σε αριθμό πυροβόλων, η τριμερής πλευρά υπερτερούσε σε πειθαρχία, εκπαίδευση και ιδίως σε πείρα στον θαλάσσιο πόλεμο- κυρίως από ναυμαχίες μεταξύ Άγγλων και Γάλλων. Επιπλέον τα πυροβόλα τους, αν και λιγότερα-1324 η τριμερής και 2240 οι Τουρκοαιγύπτιοι- ήταν μεγαλύτερα και επομένως ισχυρότερα σε δύναμη πυρός.[13]

Η καταβύθιση του οθωμανικού μεσογειακού στόλου έσωσε την Ελληνική Επανάσταση από την κατάρρευση προς την οποία έβαινε μετά από 6 και πλέον χρόνια άνισου αγώνα του ελληνικού λαού εναντίον δυνάμεων που επιστράτευε η Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα Βαλκάνια, την Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, ακόμα και τη Δυτική Ευρώπη (σημειώνεται ότι κατά την ναυμαχία σε πολλά Αιγυπτιακά πλοία επέβαιναν Γάλλοι αξιωματικοί). Αργότερα απαιτήθηκαν δύο πρόσθετες στρατιωτικές παρεμβάσεις, από τη Ρωσία υπό μορφή ρωσο-τουρκικού πολέμου (1828-9) και από μια γαλλική εκστρατευτική μονάδα στην Πελοπόννησο (γνωστή ως Εκστρατεία του Μωριά), προκειμένου να επιτευχθεί η απόσυρση των οθωμανικών δυνάμεων από την κεντρική και νότια Ελλάδα και να εξασφαλιστεί η Ελληνική ανεξαρτησία.

Η μάχη του Ναυαρίνου ήταν κατόρθωμα των λαών...Τα πυροβόλα του Ναυαρίνου έγιναν η αρχή νέας περιόδου και ανήγγειλαν θριαμβευτικά την άνοδο της κοινής γνώμης και την ύψωσή της πάνω από τους θρόνους ...

Οι Γάλλοι, μετά από μια μεγάλη περίοδο περιθωριοποίησης που ακολούθησε την ήττα του Ναπολέοντα, έβρισκαν ξανά τη θέση τους ανάμεσα στις δυνάμεις της Ευρώπης και το Ναυαρίνο θεωρήθηκε μία από τις αποδείξεις του ενεργού ρόλου που κλήθηκαν και πάλι να αναλάβουν στη διαχείριση των ευρωπαϊκών υποθέσεων.[14] Επίσης η νίκη αυτή ήταν γι΄αυτούς μια ηθική ικανοποίηση για την αξία του πολεμικού τους ναυτικού, «που τόσο είχε ταπεινωθεί από την πανωλεθρία του Τραφάλγκαρ». 

                Συνθήκη της Αδριανούπολης (1829)

Απρίλιος του 1829 ξεσπάει Ρωσοτουρκικός πόλεμος το υπόμνημα του Καποδίστρια προς τον Νικόλα τον πρώτο έπιασε τόπο. Φτάνουν τα ρωσικά στρατεύματα έξω από την Κωνσταντινούπολη. Τότε οι Τούρκοι ζητούν τα αιτήματα των Ρώσων. Ένας Ρώσος στρατηγός κάνει τις διαπραγματεύσεις. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται στην Ανδριανούπολη. Είναι 10 τα άρθρα που ζητούν οι Ρώσοι. Το ένα από τα 10 άρθρα ζητάει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αναγνωρίσει την Ελληνική ανεξαρτησία. Οι Τούρκοι του είπαν υπογράφουμε και τα εννέα εκτός το δέκατο. Η απάντηση του Ρώσου στρατηγού ήταν υπογράψτε το δέκατο και αφήστε ανυπόγραφα τα άλλα εννέα. Η απάντηση αυτή ήταν καθοριστική. Οι Οθωμανοί υπέγραψαν στην Ανδριανούπολη της ανεξαρτησία της Ελλάδας..

Η Συνθήκη Ειρήνης της Αδριανούπολης (ή Συνθήκη του Εντιρνέ) σήμανε το τέλος του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου του 1828-1829 ανάμεσα στην Ρωσική Αυτοκρατορία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Υπογράφτηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1829 στην Αδριανούπολη από τον ρώσο Κόμη Αλεξέι Ορλώφ και τον τούρκο Αμπντούλ Καντίρ-μπεη.  Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρείχε πρόσβαση στην Ρωσία στις εκβολές του Δούναβη και στα κάστρα του Akhaltsikhe και του Akhalkalaki στην Γεωργία. Ο Σουλτάνος αναγνώρισε στην Ρωσία την κατοχή της Γεωργίας και των Χανάτων του Ερεβάν και του Ναχιτσεβάν τα οποία είχαν παραχωρηθεί στον Τσάρο από την Περσία με την Συνθήκη του Τουρκεμτσάι ένα χρόνο νωρίτερα. Με την συνθήκη άνοιγαν τα Δαρδανέλλια σε όλα τα εμπορικά πλοία, απελευθερώνοντας έτσι το εμπόριο των δημητριακών, των κτηνοτροφικών προϊόντων και της ξυλείας, αν και χρειάστηκε η Συνθήκη του Hünkâr İskelesi (1833) για να διευθετηθεί το ζήτημα των Στενών ανάμεσα στα δύο μέρη. Ο Σουλτάνος εγγυήθηκε εκ νέου την ήδη υποσχεθείσα αυτονομία της Σερβίας, υποσχέθηκε αυτονομία για την Ελλάδα, και επέτρεψε στην Ρωσία να καταλάβει την Μολδαβία και την Βλαχία έως ότου η Οθωμανική Αυτοκρατορία καταβάλλει αποζημιώσεις. Η συνθήκη επίσης όριζε τα σύνορα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βλαχίας κατά τον ρου του Δούναβη, μεταβιβάζοντας στην Βλαχία τις συνοριακές επαρχίες (ράγιας) του Turnu Măgurele, Giurgiu και Brăila.

Οι Τσάροι της Ρωσίας
Υλοποιήθηκε από τη Webnode
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε
ΤΣΑΡΟΙ-ΡΩΣΙΑΣ, TSAROI,TSAROI-RΟSIAS, ΡΩΣΙΚΗ-ΙΣΤΟΡΙΑ